Το καρναβάλι δεν γεννήθηκε τυχαία. Ξεκίνησε από την ανάγκη των ανθρώπων να γελάσουν, να πειράξουν, να σατιρίσουν, να τραγουδήσουν και, κυρίως, να συναντηθούν. Στα καντούνια και στις γειτονιές, οι άνθρωποι δεν έβγαιναν έξω απλώς για να φορέσουν στολές, αλλά για να μοιραστούν στιγμές, συναισθήματα και χαρά.
Οι καντάδες δεν ήταν θέαμα· ήταν μοίρασμα. Και η σάτιρα δεν ήταν υπερβολή· ήταν ένας τρόπος να ειπωθούν αλήθειες που όλο τον υπόλοιπο χρόνο δεν έβρισκαν χώρο.
Η μεταμφίεση δεν ήταν κρύψιμο· ήταν εξερεύνηση μιας πιο ανάλαφρης πλευράς, ενός αυθορμητισμού που στην καθημερινότητα περιορίζονταν, ενός κομματιού που ζητούσε να εκφραστεί χωρίς τόση σκέψη και έλεγχο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι άνθρωποι μπορούσαν να αφήσουν για λίγο τους καθημερινούς τους ρόλους και να συναντηθούν με άλλες πλευρές του εαυτού τους.
Στην πορεία της ζωής, οι περισσότεροι αναλάμβαναν ρόλους που απαιτούσαν συνέπεια, υπευθυνότητα, συγκρότηση. Ωστόσο, οι καρναβαλικές στιγμές υπενθύμιζαν ότι ο άνθρωπος δεν ήταν μόνο ρόλος. Ήταν και παιχνίδι, και κέφι, και σύνδεση. Η ανάγκη για γέλιο, για κοινότητα, για έκφραση δεν ήταν απλώς διασκέδαση· ήταν ανθρώπινη ανάγκη. Ένας τρόπος να ενωθούν οι άνθρωποι, να εκτονωθούν, να θυμηθούν ότι η ζωή έχει και ελαφρότητα και αυθεντικότητα.
Το καρναβάλι προσέφερε την άδεια να κινηθεί κανείς λίγο διαφορετικά, να αφήσει χώρο σε μια πιο ζεστή και ζωντανή εκδοχή του εαυτού του. Και αυτή η άδεια δεν ήταν φυγή· ήταν ισορροπία, υπενθύμιση ότι η ζωή δεν είναι μόνο καθήκοντα και ρόλοι, αλλά και χαρά, παιχνίδι, σύνδεση.
Και ίσως, αν επέλεγαν συνειδητά να δώσουν στον εαυτό τους αυτή την άδεια, μέσα σε λίγες στιγμές γέλιου, τραγουδιού και κοινότητας ξαναθυμούνταν ποιοι ήταν, επιτρέποντας στον εαυτό τους να υπάρξει πλήρως, χωρίς κανένα «πρέπει». Και αυτή η συνειδητή επιλογή, τελικά, είναι η μεγαλύτερη τέχνη του να ζεις.