Τις ημέρες αυτές, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Καρκίνου, επανέρχονται λέξεις που λέγονται με καλή πρόθεση. Λέξεις που μοιάζουν ενθαρρυντικές, παρηγορητικές, σχεδόν αυτονόητες. Κι όμως, κάποιες από αυτές κουβαλούν βάρος μεγαλύτερο απ’ όσο φαίνεται. Γιατί σημασία δεν έχει μόνο τι λέμε. Αλλά και πώς το λέμε.
Πολύ συχνά ακούμε να λέγεται: «νίκησε τη μάχη με τον καρκίνο» ή «έχασε τη μάχη με τον καρκίνο». Κάθε φορά που το ακούω, νιώθω την ανάγκη να σταθώ. Όχι για να διορθώσω κανέναν, αλλά για να αναρωτηθώ τι αφήνουν πίσω τους αυτές οι φράσεις – σε όσους τις ακούν και σε όσους τις κουβαλούν. Ο τρόπος που μιλάμε διαμορφώνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και τελικά, τον τρόπο που θυμόμαστε.
Η γλώσσα μας αγαπά τις μάχες. Ίσως γιατί μας καθησυχάζει η ιδέα ότι όλα μπορούν να κερδηθούν, αν προσπαθήσουμε αρκετά. Ίσως γιατί μας φοβίζει οτιδήποτε δεν έχει ξεκάθαρο τέλος. Έτσι, όταν μιλάμε για τον καρκίνο, συχνά μιλάμε σαν να υπάρχει γραμμή τερματισμού. Σαν να υπάρχουν νικητές και χαμένοι. Σαν η εμπειρία να μπορεί να ταξινομηθεί και να αξιολογηθεί. Λέμε «μπράβο, τον νίκησες» για να εμψυχώσουμε. Λέμε «έχασε τη μάχη» με λύπη, επειδή δεν ξέρουμε πώς αλλιώς να μιλήσουμε για την απώλεια.
Όμως αυτή η γλώσσα γίνεται άδικη. Άδικη απέναντι στη μνήμη ανθρώπων που έφυγαν νωρίς – ανθρώπων γεμάτων όνειρα, σχέδια και ζωή, των οποίων η αξία δεν μπορεί, και δεν πρέπει να κρίνεται από την έκβαση μιας ασθένειας. Η γλώσσα της «μάχης» φέρνει μαζί της ένα αθέατο φορτίο. Γιατί όταν μετατρέπουμε την ασθένεια σε μάχη, τότε αναπόφευκτα δημιουργούμε νικητές και χαμένους. Και έτσι, χωρίς να το λέμε ανοιχτά, μεταφέρουμε την ευθύνη της έκβασης στον άνθρωπο. Αν τα πράγματα πάνε καλά, «πάλεψε». Αν όχι, μένει μια σιωπηλή, άδικη ενοχή: μήπως δεν πάλεψε αρκετά;
Όποιος έχει πλησιάσει αυτή την πραγματικότητα γνωρίζει ότι εδώ δεν υπάρχουν αντίπαλα στρατόπεδα. Υπάρχουν άνθρωποι που βρέθηκαν αντιμέτωποι με κάτι που ξεπερνά τη λογική της σύγκρουσης. Ο καρκίνος δεν είναι μάχη. Δεν είναι διαγωνισμός επιβίωσης. Είναι εμπειρία και ρήξη – με τη βεβαιότητα, με τον χρόνο, με την αίσθηση ελέγχου, με το σώμα όπως το γνωρίζαμε. Και αυτή η ρήξη αφήνει σημάδια σε όλους, ανεξάρτητα από την έκβαση.
Ίσως αυτό που μας δυσκολεύει περισσότερο δεν είναι ο πόνος, αλλά η ανάγκη μας να τον εξημερώσουμε. Να του δώσουμε γρήγορα νόημα. Να τον μετατρέψουμε σε αφήγημα δύναμης, σε μάθημα ζωής. Η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία που πρέπει να ξεπεραστεί. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος παύει να πιστεύει ότι ελέγχει τα πάντα. Στην ασθένεια, το σώμα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται συνομιλητής. Μιλά με κόπωση, με φόβο, με σιωπές. Και τότε αποκτά κανείς επίγνωση της σύνθετης, απρόβλεπτης και βαθιά ανθρώπινης φύσης της ζωής.
Σήμερα δεν υψώνουμε συνθήματα. Δεν μετράμε νίκες. Δεν μοιράζουμε ρόλους. Στρέφουμε το βλέμμα. Σε όσους πέρασαν αυτή τη διαδρομή και συνεχίζουν να ζουν με τα ίχνη της – στο σώμα, στη μνήμη, στον τρόπο που σχετίζονται με τη ζωή. Σε όσους τη διασχίζουν τώρα, μέσα στην αβεβαιότητα, τον φόβο και την κόπωση που συχνά δεν φαίνεται. Σε όσους έφυγαν, χωρίς να «χάσουν», αλλά αφήνοντας πίσω τους ανθρώπους που μαθαίνουν να ζουν με την απουσία.
Αναγνωρίζουμε τον πόνο χωρίς να τον εξηγούμε. Την ευαλωτότητα χωρίς να την εξωραΐζουμε. Και την ανθρώπινη εμπειρία χωρίς να τη συγκρίνουμε. Μια εμπειρία που συνεχίζεται ακόμα και όταν ολοκληρώνονται οι θεραπείες. Γιατί οι σωματικές, ψυχικές και συναισθηματικές συνέπειες δεν εξαφανίζονται μαγικά. Δεν τελειώνει. Απλώς υπάρχει και ζητά από εμάς να την αναγνωρίσουμε.
Ίσως το πιο ανθρώπινο που μπορούμε να κάνουμε δεν είναι να μιλάμε για νίκες και ήττες, αλλά για ανθρώπους. Για εμπειρίες. Για ζωές που άξιζαν – και αξίζουν – να τις θυμόμαστε με αγάπη και σεβασμό.
Χριστιάνα